Το Δίκοκκο σιτάρι (Triticum turgidum ssp. dicoccum), γνωστό και ως ζέα, emmer, farro, amidonnier ή polba, αποτελούσε κυρίαρχο καλλιεργούμενο σιτάρι στην Ασία, Αφρική και Ευρώπη από τα πρώτα χρόνια της γεωργίας.

ΣΙΤΑΡΙ ΖΕΑΣ

Κόκκοι του δίκοκκου σιταριού βρέθηκαν στους τάφους των Πυραμίδων της Αιγύπτου, ενώ ήταν διαδεδομένο στην αρχαία Βαβυλώνα και στην Κεντρική Ευρώπη. Προήλθε από το άγριο δίκοκκο T. turgidum ssp. dicoccoides (T. dicoccoides). Ήταν ένα από τα πρώτα σιτηρά που εξημερώθηκαν στην περιοχή της Εύφορης Ημισελήνου (Fertile Crescent) μεταξύ 8.000-6.000 π.Χ. Στις αρχές του 20ού αιώνα το δίκοκκο σιτάρι καλλιεργούνταν στη Ρωσία, στη χώρα των Βάσκων, στη Βαυαρία, στη Σερβία και στην Περσία.

σιτάρι ζέας - δίκοκκου σίτου

Η καλλιέργεια του στον ελλαδικό χώρο, φαίνεται να πηγαίνει πίσω για περισσότερα από 12.000 χρόνια, όπως αποκαλύφθηκε από τις ανασκαφές σε προϊστορικούς οικισμούς σε όλη την Ελλάδα, και σύμφωνα με ιστορικά κείμενα, οι στρατιώτες του Μεγάλου Αλεξάνδρου έτρωγαν δίκοκκο σιτάρι, προκειμένου να παραμείνουν ισχυροί και υγιείς.

Μέχρι πριν από περίπου έναν αιώνα, ήταν ένα από τα πιο δημοφιλή σιτηρά στην Ελλάδα, αλλά με την πάροδο των ετών φαίνεται ότι οικονομικά αποδοτικότερες καλλιέργειες δημητριακών, όπως το ρύζι ή το σιτάρι επικράτησαν αντ’ αυτού.

zeaΙδιότητες Δίκοκκου σιταριού – ζέας:
Το Δίκοκκο σιτάρι είναι ιδιαίτερα θρεπτικό και περιέχει σημαντικά συστατικά, τα οποία το καθιστούν ανώτερο από τα άλλα σιτηρά. Το δίκοκκο σιτάρι είναι δύο φορές πιο πλούσιο σε φυτικές ίνες, σε σύγκριση με τα άλλα σιτηρά, γεγονός που καθιστά μια καλή επιλογή για τους πάσχοντες από διαβήτη.

Επιπλέον, είναι δύο φορές πιο πλούσιο σε πρωτεΐνη και διαθέτει μία υψηλή περιεκτικότητα του αμινοξέως λυσίνη και βιταμίνες Α, Β, C και Ε.

Η λυσίνη είναι το συγκεκριμένο συστατικό των πρωτεϊνών που αυξάνει την πεπτικότητα τους, ενισχύει το ανοσοποιητικό σύστημα και είναι ένα στοιχείο κλειδί για βιοχημική λειτουργία του εγκεφάλου. Ένα άλλο βασικό πλεονέκτημα του είναι υψηλή περιεκτικότητά του σε μαγνήσιο, έως 40% υψηλότερη σε σύγκριση με άλλα σιτηρά, ενώ έχει επίσης πολύ χαμηλή περιεκτικότητα σε γλουτένη, γεγονός που το καθιστά εξαιρετικά εύπεπτο.